απολογία

Το μόνο καθήκον που θα μπορούσα ν’ αναγνωρίσω στον εαυτό μου είναι η αγάπη. Αλλά μετά σκέφτομαι πως στην άσκηση των καθηκόντων μου υπήρξα πάντα ανόητος, αν όχι εντελώς ηλίθιος. Το μαρτυρά, άλλωστε, η διαρκής μοναξιά στην όποια έχω καταδικάσει τον εαυτό μου. Η μοναξιά εξάλλου, όπως και η ομορφιά, είναι τις περισσότερες φορές – μα τι λέω; – όλες τις φορές, αυταπόδεικτη.

Είμαι ανόητος. Το ξέρω πολύ καλά, επειδή δίνω στις έννοιες του ‘πρέπει’ και του καθήκοντος μια και μοναδική, απόλυτη σημασία. Τη σημασία που πηγάζει από τον τρόπο που πρέπει να εκφράζεται η αγάπη. Δηλαδή απολύτως ελευθέρα, χωρίς κανέναν περιορισμό, ωθώντας με με την ακατανίκητη δύναμή της, εμποδίζοντάς με να σταματήσω μπροστά ακόμα και στο πιο ακλόνητο εμπόδιο.

Είναι μια δύσκολη σκέψη, στ’ αλήθεια, αυτή και ακόμα πιο δύσκολο καθήκον και ο μόνος λόγος που μονολογώ σχετικά είναι μπας και μπορέσω να σταθώ ικανός να κατανοήσω την έννοια της αγάπης στην ουσία της. Γιατί μόνο η αγάπη μπορεί να έχει ένα απεριόριστο όριο, να φτάνει στα άκρα και την ίδια στιγμή να τα επεκτείνει. Γιατί μόνο η αγάπη μπορεί να είναι απόλυτη και ταυτόχρονα ελεύθερη, απόγνωση και μεγαλείο. Γιατί μόνο η αγάπη είναι μια δύναμη ακατανίκητη και συνάμα ευάλωτη, μια ώθηση ασταμάτητη, μια δυνατή σπρωξιά, ενάντια στον κόσμο και τις ευνοϊκές του πιθανότητες.

Έτσι αντιλαμβάνομαι την αγάπη κι έτσι την εφαρμόζω, ακόμα και τις φορές που την εφευρίσκω από την αρχή. Κι αν δεν τη ζω έτσι, δεν στέκομαι ακέραιος μπροστά στο ένα και μοναδικό μου καθήκον.

Κι όλοι εσείς που αγαπήσατε με τρόπο διαφορετικό, κάνατε λάθος. Γιατί με περιορίσατε, αντί να με ωθήστε στα άκρα. Γιατί υπήρξατε απόλυτοι, χωρίς να σταθείτε πριν ελεύθεροι. Γιατί με φυλακίσατε σ’ένα σημείο, αντί να με απογειώσετε στο άπειρο. Και γιατί με σταματήσατε, αντί να μου καταστρέψετε τα φρένα.

Καταδικάζω, λοιπόν, ευχάριστα τον εαυτό μου, ξανά και ξανά, σε μοναξιά χωρίς ελαφρυντικά και από εσάς, τους ανίκανους στην αγάπη, δεν ζητώ τίποτα άλλο παρά να με καταδικάσετε, μια και παντοτινή φορά, στη λήθη.

13. ενα καταδικο μου κομματι ουρανιο τοξο (μερος δευτερο)

συνεχεια απο ενα καταδικο μου κομματι ουρανιο τοξο (μερος πρωτο)

Με μια αιφνιδιαστικη κινηση παραταω κατω το σακιδιο μου. Μου φαινεται να σπαρταραει σαν σκυλι που μολις χτυπηθηκε απο αυτοκινητο, αλλα ειναι μονο το κομματι του Ουρανιου Τοξου μου, που προσπαθει ματαια να ξεφυγει απο την παραξενη φυλακη του. Δεν ασχολουμαι παραπανω. Τα Ουρανια Τοξα παντα βρισκουν τον τροπο να ελευθερωνται απο υγρους ουρανους, ταχα δεν θα τα καταφερει να ξεγλιστρησει απο μια τοσο ανοητη επινοηση οσο ενα σακος;

Απομακρυνομαι. Οταν ειμαι αποφσισμενος, δεν γυριζω το βλεμμα. Γιατι μπορει να δω κατι αλλο απο αυτο που θα ‘θελα ή περιμενω. Οπως τοτε που με παρατησε μια αγαπη  και κοντοσταθηκα, λυγισα και κοιταξα πισω, μονο για να τη δω να χανεται πιο γρηγορα και απο τον ανεμο με τα χερια στις τσεπες. Οχι, δεν γυριζω πισω. Ουτε καν μια κλεφτη ματια! Θα βρει το δρομο Του, θα μπλεχτει με τα χρωματα. Αυτο Του αξιζει και αλιμονο οχι να μπλεκεται με σκιες  ανθρωπινες κι ασημαντες. Σαν τη δικη μου.

Στο επομενο βημα ξεντυνομαι το δερμα μου. Ολη αυτη την διαφανα ροδαλη πετσα με τις επουλωμενες πληγες και τα μαυρα σχεδια απο παλιους πολεμους. Μαζι με τα σπαθια μου, τα μαχαιρια μου και τα λεπιδια μου. Μαζι με ολα αυτα που πιστευα οτι καποια στιγμη θα τα χρειαζομουν, μα μονο τωρα καταλαβαινω οτι δεν τα εχω καμια απολυτως αναγκη. Γιατι δεν ειναι τιποτα αλλο παρα κομματιασμενα θρυψαλα οσων εχω ζησει, ατσαλα σπασμενα και ακρως επικινδυνα. Δεν θελω να πληγωθω απο τα ιδια τα κομματια μου. Τα παραταω, ποδοπατημενα κοχυλια, διπλα σε ισοπεδωμενα αμμοκαστρα.

Καταβροχθιζω τ’αλογο μου. Οι δυνατες του σαρκες ξεσκισμενες αποφασιστικα, η μαυρη του χαιτη ανακατωμενη με πηγμενα αιματα κι εντοσθια. Το Ενα Ογδοο νεκρο, φαντασμα πια στο μυαλο μου. Νιωθω τον καλπασμο του στα μιλιγγια μου. Ρυθμικα ποδοβολητα στις ελικες του νου μου. Το Ενα Ογδοο Νεκρο! Το Νεκρο Ενα Ογδοο!

Ειμαι ακεραιος στο τωρα μου και στη στιγμη μου. Το αιμα μου πηζει σε ενα νεο αστραφτερο περιβλημα, που το ευλογω με λεξεις μυστικες κατω απο τ’αστρα με καθε γλυψιμο, με καθε γενναιο βημα. Ειμαι ολοκληρος. Χερια, ποδια, σωμα, κεφαλι. Και καρδια. Δεν επιπλεω υπτια, τρεχω με φορα ευθεια εξω. Σχιζω τα πιξελ της οθονης, γαντζωνω τα βρωμικα μου νυχια στον πηχτο καπνισμενο αερα  και ερχομαι κατα πανω μου, οχι μαινομενος, μα θριαμβευτης.

Και αυτο που ΠΙΣΤΕΥΩ οτι ειμαι, γινεται αυτο που ΕΙΜΑΙ.

Ενας παραξενος, φαντασιοπληκτος ταξιδευτης.

(συνεχιζεται)

alco-hole

Μια γουλια. Μεθαω με αποσταγματα φθινοπωρινης βροχης, πανω σε πευκοβελονες, εκει που οργωσαν ελαφια και τρυγισαν τριζονια. Ναι ακομα.

Δυο γουλιες. Ζαλιζομαι καθως ελισσομαι, παναλαφρος, ολοιδιος καπνος, βλαβερος και ιαματικος συναμα, να συναντησω συννεφα χρωματισμενα απο φωτα.

Ενα ποτο. Αντανακλομαι σε πατωματα με ασπρα και μαυρα τετραγωνα, ενας ιπποτης λευκος με μαυρο αλογο που απειλει με ματ και -κριμα- θυσιαζεται για μια μαυρη βασιλισσα.

Δυο ποτα. Γελαω, λες κι η Μεγαλη Εκρηξη συνεβη τωρα δα και λαμπει σε ολα μου τα δοντια.

Τρια ποτα. Συγκρουομαι σαν κρυσταλλινο ποτηρι σε γιορτη, ψηλα κι ο κοσμος ολος θρυψαλα.

Τεσσερα ποτα. Σιωπη. Η βροχη μουσκεψε τα χορτα, οι καπνοι ενωθηκαν με τα συννεφα, οι λευκοι (ιπ)ποτες πεθαναν, οι εκρηξεις ‘γιναν αστρα, ο κοσμος ακομα θρυψαλα.

Τα κλειδια ενος ανεμου στην τσεπη μου κι αφου δεν εισαι εκει, δεν υπαρχει κανεις που να με γνωριζει.

Δεν υπαρχω κι εγω εκει.

Που να με βρεις σ’ενα κοσμο θρυμματισμενο και πως να σου μοιασω ομορφος  γεματος πληγες;

Πεντε ποτα λοιπον. Και οι γραμμες σ’αυτο το παζλ πληρωθηκαν.

Κι εκεινο το κομματι, το κενο, στην πανω αριστερη μερια δε μοιαζει τοσο τρομαχτικο. Πια.

πορεία

Ταξίδεψα όλο το απόγευμα, όλη τη νύχτα, μέχρι το επόμενο πρωί, ώσπου έγινε ξανά απόγευμα. Ώρες και ώρες, στιγμές και στιγμές ατελείωτες. Αδιάκοπα και ακούραστα. Δεν παραιτήθηκα ούτε τόσο δα λίγο. Δεν κοντοστάθηκα, μόνο συνέχισα τη διαδρομή μου. Αποφασιστικά και επίμονα.

Κάτι φορές κινήθηκα αργά και νωχελικά, να απολαμβάνω αχόρταγα κάθε εκατοστό, κάθε μέτρο και κάθε χιλιόμετρο. Σαν ο χρόνος να κυλά αργά, τόσο που να μπορώ να θυμάμαι όλη μου τη διαδρομή σε αυτό το ταξίδι με ανατριχιαστικές λεπτομέρειες. Ανατριχιαστικές στην αλήθεια τους, γιατί θυμάμαι είχαν σηκωθεί όλες μου οι τρίχες, σε μια ενστικτώδη προσπάθεια να εγκλωβίσουν  γύρω μου όλο το μεθυστικό άρωμα της περιπέτειας μου.

Και κάτι φορές έτρεξα γρήγορα και έντονα, λαχανιάζοντας , ξέπνοος από ενθουσιασμό. Να κόβεται η ανάσα μου και οι χτύποι της καρδιάς μου να μένουν μετέωροι, όχι σαν να σταματησέ ο χρόνος, μα σαν να μην υπήρξε ποτέ ή σαν να μην είχε ποτέ σημασία. Και να, την επόμενη στιγμή, η  καρδιά μου να παίρνει ξανά μπρος, αλλά αυτή τη φορά εκρηκτικά, σαν να γνωρίζει κι η ίδια πως το αίμα που ορίζει είναι πια πιο ευγενικό,  πιο ατίθασο, πιο ζωντανό. Μια καρδιά σε μαρμαρυγή να με σπρώχνει ευθεία μπροστά, να με εμποδίζει να σταματήσω, να μου δίνει φόρα σε έναν τρελό κατήφορο απόλαυσης.

Και ταξίδεψα όλο το απόγευμα, όλη τη νύχτα και όλο το επόμενο πρωί, ώσπου έγινε απόγευμα πάλι. Κι εκείνο το απόγευμα με βρήκαν ήρεμο κι εξουθενωμένο, μούσκεμα στον ιδρώτα, ρευστό, ολόκληρο και γαλήνιο. Με βρήκαν να κοιμάμαι ήσυχος σε μια σκιά στην δεξιά άκρη του χαμόγελού σου, αφού είχα ξεκινήσει, ατελείωτες στιγμές πριν, από την άλλη άκρη των χειλιών σου, για να διασχίσω, πότε αργά και πότε γρήγορα, πότε γητεμένος και πότε γητευτής, την υπέροχη σχισμή του γέλιου σου.

disposition

Je touche mon genou gauche à l’ interieur de ta jambe. Je laisse ma jambe tomber calme sur la tienne. Mon bras gauche embrasse ta nuque et se termine doucement sur ton sourcil endormi. Je caresse son bout en levant quelques poils. Je les compte. Une, deux, trois, quatre. J’arrête. Encore. Une, deux, trois, quatre.

Ma main droite s’emmêle avec ta main gauche sur mon ventre. Je compose une mélodie sur tes doigts. Calmement, aisément, simplement. Je plie ma jambe droite inconsciemment. Tout à la bonne place. Ma jambe sur ta jambe, ma main dans ta main et l’autre au bout de ton sourcil.

De cette manière, tu accordes avec moi. Inconsciemment, mais si consciemment. Ton souffle laisse ton âme avec rythme sur ma poitrine et il fait la cour à quelques poils là. Un mélange de ta côté aérienne avec ma côté terrestre.

Je ne respire pas. Je n’en ai plus besoin. J’absorbe ton souffle calme à travers le cordon ombilical de notre amour. Et je me trouve dans toi comme un fœtus en flottant dans cette sérénité nocturne.

Mes yeux ouverts. Ils ont démoli tout le plafond avec ses matières, toute la nuit avec ses étoiles et tout l’univers avec ses mondes. Juste toi et moi. Sur la ligne qui nous connecte, quatre poils enjouées, une mélodie improvisée et un seul souffle qui dansent.

ένα, δύο, τρία

τέντωσα μια δέσμη φεγγαρόφωτου σήμερα

από μένα ως το άπειρο

μόλις 237 μεθυσμένα βήματα

όχι τρεκλισμένα

πιο πολυ αποφασιστικά

σαν να χρειαζόταν να ισορροπήσω ανάμεσα σ’ αυτόν που υπήρξα μαζι σου και σ’αυτόν

που στ’αλήθεια είμαι

ντύθηκα τα ρούχα που φορούσα

όταν σε γνώρισα

μπας και νιώσω το βλέμμα σου γνώριμο

ψευδευαίσθηση της εντύπωσής μου

πάνω σου

τρελός

κάτω από άστρα λαμπερά σε σκοτεινούς ουρανούς

ένα, δύο, τρία, τέσσερα, βήματα και μετά

ένα, δύο, τρία, τέσσερα χαμόγελα

και ακόμα πιο μετά νύχτα

νύχτα να βαδίζω

χαμογελώντας έξω απ’το σπίτι σου

να μετρώ τα βήματα που κάποτε έκανες

για να φτάσεις στην αγκαλιά μου

όσα ακριβώς τα βήματα που χρειάστηκαν

ένα βράδυ

για ν’απομακρυνθείς

ν’ απομακρυνθείς

παράξενη και ξένη πια

σαν να μη μπόρεσες ποτέ

ποτέ να μετρήσεις την απόσταση της ανάσας μου

από το λαιμό σου

να εκμηδενίζεται

όπως εκμηδενίζεται το μέτρημα

των βημάτων μου

των βημάτων που μ’ έφεραν απόψε

εδώ

στη μοναξιά μου

<3

σ’ευχαριστω για το μαγικο σου αγγιγμα πανω στο κορμι μου, για το υγρο σου φιλι στο λαιμο μου, για τα διαμαντενια σου σαλια στα μουστακια μου.. σ’ευχαριστω για τον παραξενο τροπο που με κοιτας, για τον λιγωτικο τροπο που με χαιδευεις, για τον πονηρο τροπο που μου χαμογελας..

σ’ευχαριστω για τον ρυθμο που δινεις στη μερα μου, για τους ρυθμους που με σπρωχνεις να λικνιζομαι, για το ρυθμο που κανεις την καρδια μου να χτυπα.. σ’ευχαριστω για τις νυχτες που αποκοιμιεσαι στο πλαι μου, για τα πρωινα που ξυπνας διπλα μου, για τα μεσημερια κατω απ’τον ηλιο, διπλα στη θαλασσα, για τα απογευματα που με κρατας σφιχτα να μην κρυωνω πανω στη μηχανη..

σ’ευχαριστω για τα χαμογελα που σχεδιαζεις στο προσωπο μου, για τα ονειρα που σχεδιαζεις στο νου μου και τις ανατριχιλες που σχειδαζεις στο κορμι μου.. σ’ευχαριστω για κεινο το χασιμο στα φιλια σου, για κεινη τη ζαλη στον ερωτα σου και για κεινο το τρεμουλο στη φωνη μου καθε που ξεστομιζω το σ’αγαπω.. σ’ευχαριστω για τα ιχνη της μυρωδιας σου, τα ιχνη απ’τα ακροδαχτυλα σου, τα ιχνη της υπαρξης σου ολοκληρης πανω μου..

σ’ευχαριστω για τις στιγμες σου, τα λεπτα, τα δευτερολεπτα, τις ωρες σου, το χρονο σου, μαζι μου και χωρια μου.. σ’ευχαριστω για την τρελλα που με σπρωχνεις, για τη φορα που μου δινεις, για ολη την πνοη που σκορπας στη φαντασια μου.. σ’ευχαριστω για τις σιωπες σου, οταν πια ολα τα ‘χουμε πει, για τις ησυχες ανασες σου, οταν πια ολα τα ‘χουμε κανει..

σ’ευχαριστω, τελικα, που εγω διπλα σου δεν αισθανομαι παρα ενας απλος κι υπεροχος ανθρωπος, μαγεμενος -σαν ηρωας σε παραμυθι- απο σενα.