ένα, δύο, τρία

τέντωσα μια δέσμη φεγγαρόφωτου σήμερα

από μένα ως το άπειρο

μόλις 237 μεθυσμένα βήματα

όχι τρεκλισμένα

πιο πολυ αποφασιστικά

σαν να χρειαζόταν να ισορροπήσω ανάμεσα σ’ αυτόν που υπήρξα μαζι σου και σ’αυτόν

που στ’αλήθεια είμαι

ντύθηκα τα ρούχα που φορούσα

όταν σε γνώρισα

μπας και νιώσω το βλέμμα σου γνώριμο

ψευδευαίσθηση της εντύπωσής μου

πάνω σου

τρελός

κάτω από άστρα λαμπερά σε σκοτεινούς ουρανούς

ένα, δύο, τρία, τέσσερα, βήματα και μετά

ένα, δύο, τρία, τέσσερα χαμόγελα

και ακόμα πιο μετά νύχτα

νύχτα να βαδίζω

χαμογελώντας έξω απ’το σπίτι σου

να μετρώ τα βήματα που κάποτε έκανες

για να φτάσεις στην αγκαλιά μου

όσα ακριβώς τα βήματα που χρειάστηκαν

ένα βράδυ

για ν’απομακρυνθείς

ν’ απομακρυνθείς

παράξενη και ξένη πια

σαν να μη μπόρεσες ποτέ

ποτέ να μετρήσεις την απόσταση της ανάσας μου

από το λαιμό σου

να εκμηδενίζεται

όπως εκμηδενίζεται το μέτρημα

των βημάτων μου

των βημάτων που μ’ έφεραν απόψε

εδώ

στη μοναξιά μου

Advertisements

alco-hole

Μια γουλια. Μεθαω με αποσταγματα φθινοπωρινης βροχης, πανω σε πευκοβελονες, εκει που οργωσαν ελαφια και τρυγισαν τριζονια. Ναι ακομα.

Δυο γουλιες. Ζαλιζομαι καθως ελισσομαι, παναλαφρος, ολοιδιος καπνος, βλαβερος και ιαματικος συναμα, να συναντησω συννεφα χρωματισμενα απο φωτα.

Ενα ποτο. Αντανακλομαι σε πατωματα με ασπρα και μαυρα τετραγωνα, ενας ιπποτης λευκος με μαυρο αλογο που απειλει με ματ και -κριμα- θυσιαζεται για μια μαυρη βασιλισσα.

Δυο ποτα. Γελαω, λες κι η Μεγαλη Εκρηξη συνεβη τωρα δα και λαμπει σε ολα μου τα δοντια.

Τρια ποτα. Συγκρουομαι σαν κρυσταλλινο ποτηρι σε γιορτη, ψηλα κι ο κοσμος ολος θρυψαλα.

Τεσσερα ποτα. Σιωπη. Η βροχη μουσκεψε τα χορτα, οι καπνοι ενωθηκαν με τα συννεφα, οι λευκοι (ιπ)ποτες πεθαναν, οι εκρηξεις ‘γιναν αστρα, ο κοσμος ακομα θρυψαλα.

Τα κλειδια ενος ανεμου στην τσεπη μου κι αφου δεν εισαι εκει, δεν υπαρχει κανεις που να με γνωριζει.

Δεν υπαρχω κι εγω εκει.

Που να με βρεις σ’ενα κοσμο θρυμματισμενο και πως να σου μοιασω ομορφος  γεματος πληγες;

Πεντε ποτα λοιπον. Και οι γραμμες σ’αυτο το παζλ πληρωθηκαν.

Κι εκεινο το κομματι, το κενο, στην πανω αριστερη μερια δε μοιαζει τοσο τρομαχτικο. Πια.

ημερολογιο εκτου μηνα

ο Ιουνης ειναι ενας πριγκηπας

ποτε αερινος, ποτε συγκινητικος

με ταξιδευει σε μερη μαγικα

μου ψιθυριζει ξορκια στ’αυτια

ειμαι ευγνωμων που ειναι φιλος μου

το φεγγαρι του μου κλεινει το ματι

καθως διασχιζω τα μυστικα

στενα της Βαρκελωνης

οι μερες του μεγαλες, τα μεσημερια του θεια, οι στιγμες και τα λεπτα του

αγια

οι μουσικες του θαλασσινα ταξιδια μακρινα

εξωτικα

οι ανθρωποι  πιο ομορφοι τον ιουνη

με ανακατεμενα μαλλια και ρουχα λειψα

οι φιλοι πολυ κοντα

τα φιλια πολλα

ο κοσμος ολος

ενα πανι να ανεμιζει στον ανεμο