πρωινό ξύπνημα

Ξύπνησες με την Άνοιξη μπλεγμένη στα ανάκατα μαλλιά σου. Όλος ο ήλιος τρύπωνε από τα μισάνοιχτα μάτια σου ως τα αβυσσαλέα μέρη της καρδιάς σου, στάζοντας φως. Ανασάλεψες, σφάλισες τα μάτια γλυκά και χαμογέλασες ανυψώνοντας τις άκρες των χειλιών σου σε έκεινη τη συγκλονιστική καμπύλη με την οποία δεν θα πάψω ποτέ να είμαι ερωτευμένος.

Αντιστάθηκα να μη σε κατασπαράξω -θέε μου- και σκόρπισα τις αισθησείς μου στο αναστατωμένο μας δωμάτιο.  Χτεσινοβραδυνοί ψίθυροι αιωρήθηκαν ως το ταβάνι, ανακατεύτηκαν με τις αιμάτινες μυρωδιές των κορμιών μας και ταξίδεψαν στο σύμπαν μπαλόνια κόκκινα. Μέθυσα με τη σκέψη του ζωντανής σου σάρκας και συμπυκνώθηκα, ευθύς, σταλαγματιά να στάζω πάλι πλάι σου.

Τι να συμβαίνει πίσω από τα βλέφαρα σου τάχα;

Γουργούρισες κι έψαξες με το νυσταγμένο σου χέρι το πρόσωπό μου. Αφέθηκα σε έκεινο το μαγικό, ανεπαίσθητο άγγιγμα. Ήσυχος κι  ανήμπορος, ολότελα αφιερωμένος σ’ Εσένα. Με πλησίασες ξέροντας πάντα την ακριβή θέση των χειλιών μου. Σε φίλησα και είδα, πίσω απ’τα σφαλιστά σου βλέφαρα, να βλέπεις τον εαυτό μου καλύτερο, ομορφότερο , δυνατότερο. Με φίλησες και με μάτια κλειστά είδες να  βλέπω τη μορφή σου με αγάπη.

Και  τότε, η αγάπη ολόκληρη φτερούγισε ανάμεσά μας, τρεμούλιασε στο πάγωμα του χρόνου κι έγινε έρωτας ξανά και πάλι.

Advertisements

απολογία

Το μόνο καθήκον που θα μπορούσα ν’ αναγνωρίσω στον εαυτό μου είναι η αγάπη. Αλλά μετά σκέφτομαι πως στην άσκηση των καθηκόντων μου υπήρξα πάντα ανόητος, αν όχι εντελώς ηλίθιος. Το μαρτυρά, άλλωστε, η διαρκής μοναξιά στην όποια έχω καταδικάσει τον εαυτό μου. Η μοναξιά εξάλλου, όπως και η ομορφιά, είναι τις περισσότερες φορές – μα τι λέω; – όλες τις φορές, αυταπόδεικτη.

Είμαι ανόητος. Το ξέρω πολύ καλά, επειδή δίνω στις έννοιες του ‘πρέπει’ και του καθήκοντος μια και μοναδική, απόλυτη σημασία. Τη σημασία που πηγάζει από τον τρόπο που πρέπει να εκφράζεται η αγάπη. Δηλαδή απολύτως ελευθέρα, χωρίς κανέναν περιορισμό, ωθώντας με με την ακατανίκητη δύναμή της, εμποδίζοντάς με να σταματήσω μπροστά ακόμα και στο πιο ακλόνητο εμπόδιο.

Είναι μια δύσκολη σκέψη, στ’ αλήθεια, αυτή και ακόμα πιο δύσκολο καθήκον και ο μόνος λόγος που μονολογώ σχετικά είναι μπας και μπορέσω να σταθώ ικανός να κατανοήσω την έννοια της αγάπης στην ουσία της. Γιατί μόνο η αγάπη μπορεί να έχει ένα απεριόριστο όριο, να φτάνει στα άκρα και την ίδια στιγμή να τα επεκτείνει. Γιατί μόνο η αγάπη μπορεί να είναι απόλυτη και ταυτόχρονα ελεύθερη, απόγνωση και μεγαλείο. Γιατί μόνο η αγάπη είναι μια δύναμη ακατανίκητη και συνάμα ευάλωτη, μια ώθηση ασταμάτητη, μια δυνατή σπρωξιά, ενάντια στον κόσμο και τις ευνοϊκές του πιθανότητες.

Έτσι αντιλαμβάνομαι την αγάπη κι έτσι την εφαρμόζω, ακόμα και τις φορές που την εφευρίσκω από την αρχή. Κι αν δεν τη ζω έτσι, δεν στέκομαι ακέραιος μπροστά στο ένα και μοναδικό μου καθήκον.

Κι όλοι εσείς που αγαπήσατε με τρόπο διαφορετικό, κάνατε λάθος. Γιατί με περιορίσατε, αντί να με ωθήστε στα άκρα. Γιατί υπήρξατε απόλυτοι, χωρίς να σταθείτε πριν ελεύθεροι. Γιατί με φυλακίσατε σ’ένα σημείο, αντί να με απογειώσετε στο άπειρο. Και γιατί με σταματήσατε, αντί να μου καταστρέψετε τα φρένα.

Καταδικάζω, λοιπόν, ευχάριστα τον εαυτό μου, ξανά και ξανά, σε μοναξιά χωρίς ελαφρυντικά και από εσάς, τους ανίκανους στην αγάπη, δεν ζητώ τίποτα άλλο παρά να με καταδικάσετε, μια και παντοτινή φορά, στη λήθη.

13. ενα καταδικο μου κομματι ουρανιο τοξο (μερος δευτερο)

συνεχεια απο ενα καταδικο μου κομματι ουρανιο τοξο (μερος πρωτο)

Με μια αιφνιδιαστικη κινηση παραταω κατω το σακιδιο μου. Μου φαινεται να σπαρταραει σαν σκυλι που μολις χτυπηθηκε απο αυτοκινητο, αλλα ειναι μονο το κομματι του Ουρανιου Τοξου μου, που προσπαθει ματαια να ξεφυγει απο την παραξενη φυλακη του. Δεν ασχολουμαι παραπανω. Τα Ουρανια Τοξα παντα βρισκουν τον τροπο να ελευθερωνται απο υγρους ουρανους, ταχα δεν θα τα καταφερει να ξεγλιστρησει απο μια τοσο ανοητη επινοηση οσο ενα σακος;

Απομακρυνομαι. Οταν ειμαι αποφσισμενος, δεν γυριζω το βλεμμα. Γιατι μπορει να δω κατι αλλο απο αυτο που θα ‘θελα ή περιμενω. Οπως τοτε που με παρατησε μια αγαπη  και κοντοσταθηκα, λυγισα και κοιταξα πισω, μονο για να τη δω να χανεται πιο γρηγορα και απο τον ανεμο με τα χερια στις τσεπες. Οχι, δεν γυριζω πισω. Ουτε καν μια κλεφτη ματια! Θα βρει το δρομο Του, θα μπλεχτει με τα χρωματα. Αυτο Του αξιζει και αλιμονο οχι να μπλεκεται με σκιες  ανθρωπινες κι ασημαντες. Σαν τη δικη μου.

Στο επομενο βημα ξεντυνομαι το δερμα μου. Ολη αυτη την διαφανα ροδαλη πετσα με τις επουλωμενες πληγες και τα μαυρα σχεδια απο παλιους πολεμους. Μαζι με τα σπαθια μου, τα μαχαιρια μου και τα λεπιδια μου. Μαζι με ολα αυτα που πιστευα οτι καποια στιγμη θα τα χρειαζομουν, μα μονο τωρα καταλαβαινω οτι δεν τα εχω καμια απολυτως αναγκη. Γιατι δεν ειναι τιποτα αλλο παρα κομματιασμενα θρυψαλα οσων εχω ζησει, ατσαλα σπασμενα και ακρως επικινδυνα. Δεν θελω να πληγωθω απο τα ιδια τα κομματια μου. Τα παραταω, ποδοπατημενα κοχυλια, διπλα σε ισοπεδωμενα αμμοκαστρα.

Καταβροχθιζω τ’αλογο μου. Οι δυνατες του σαρκες ξεσκισμενες αποφασιστικα, η μαυρη του χαιτη ανακατωμενη με πηγμενα αιματα κι εντοσθια. Το Ενα Ογδοο νεκρο, φαντασμα πια στο μυαλο μου. Νιωθω τον καλπασμο του στα μιλιγγια μου. Ρυθμικα ποδοβολητα στις ελικες του νου μου. Το Ενα Ογδοο Νεκρο! Το Νεκρο Ενα Ογδοο!

Ειμαι ακεραιος στο τωρα μου και στη στιγμη μου. Το αιμα μου πηζει σε ενα νεο αστραφτερο περιβλημα, που το ευλογω με λεξεις μυστικες κατω απο τ’αστρα με καθε γλυψιμο, με καθε γενναιο βημα. Ειμαι ολοκληρος. Χερια, ποδια, σωμα, κεφαλι. Και καρδια. Δεν επιπλεω υπτια, τρεχω με φορα ευθεια εξω. Σχιζω τα πιξελ της οθονης, γαντζωνω τα βρωμικα μου νυχια στον πηχτο καπνισμενο αερα  και ερχομαι κατα πανω μου, οχι μαινομενος, μα θριαμβευτης.

Και αυτο που ΠΙΣΤΕΥΩ οτι ειμαι, γινεται αυτο που ΕΙΜΑΙ.

Ενας παραξενος, φαντασιοπληκτος ταξιδευτης.

(συνεχιζεται)