13. ενα καταδικο μου κομματι ουρανιο τοξο (μερος δευτερο)

συνεχεια απο ενα καταδικο μου κομματι ουρανιο τοξο (μερος πρωτο)

Με μια αιφνιδιαστικη κινηση παραταω κατω το σακιδιο μου. Μου φαινεται να σπαρταραει σαν σκυλι που μολις χτυπηθηκε απο αυτοκινητο, αλλα ειναι μονο το κομματι του Ουρανιου Τοξου μου, που προσπαθει ματαια να ξεφυγει απο την παραξενη φυλακη του. Δεν ασχολουμαι παραπανω. Τα Ουρανια Τοξα παντα βρισκουν τον τροπο να ελευθερωνται απο υγρους ουρανους, ταχα δεν θα τα καταφερει να ξεγλιστρησει απο μια τοσο ανοητη επινοηση οσο ενα σακος;

Απομακρυνομαι. Οταν ειμαι αποφσισμενος, δεν γυριζω το βλεμμα. Γιατι μπορει να δω κατι αλλο απο αυτο που θα ‘θελα ή περιμενω. Οπως τοτε που με παρατησε μια αγαπη  και κοντοσταθηκα, λυγισα και κοιταξα πισω, μονο για να τη δω να χανεται πιο γρηγορα και απο τον ανεμο με τα χερια στις τσεπες. Οχι, δεν γυριζω πισω. Ουτε καν μια κλεφτη ματια! Θα βρει το δρομο Του, θα μπλεχτει με τα χρωματα. Αυτο Του αξιζει και αλιμονο οχι να μπλεκεται με σκιες  ανθρωπινες κι ασημαντες. Σαν τη δικη μου.

Στο επομενο βημα ξεντυνομαι το δερμα μου. Ολη αυτη την διαφανα ροδαλη πετσα με τις επουλωμενες πληγες και τα μαυρα σχεδια απο παλιους πολεμους. Μαζι με τα σπαθια μου, τα μαχαιρια μου και τα λεπιδια μου. Μαζι με ολα αυτα που πιστευα οτι καποια στιγμη θα τα χρειαζομουν, μα μονο τωρα καταλαβαινω οτι δεν τα εχω καμια απολυτως αναγκη. Γιατι δεν ειναι τιποτα αλλο παρα κομματιασμενα θρυψαλα οσων εχω ζησει, ατσαλα σπασμενα και ακρως επικινδυνα. Δεν θελω να πληγωθω απο τα ιδια τα κομματια μου. Τα παραταω, ποδοπατημενα κοχυλια, διπλα σε ισοπεδωμενα αμμοκαστρα.

Καταβροχθιζω τ’αλογο μου. Οι δυνατες του σαρκες ξεσκισμενες αποφασιστικα, η μαυρη του χαιτη ανακατωμενη με πηγμενα αιματα κι εντοσθια. Το Ενα Ογδοο νεκρο, φαντασμα πια στο μυαλο μου. Νιωθω τον καλπασμο του στα μιλιγγια μου. Ρυθμικα ποδοβολητα στις ελικες του νου μου. Το Ενα Ογδοο Νεκρο! Το Νεκρο Ενα Ογδοο!

Ειμαι ακεραιος στο τωρα μου και στη στιγμη μου. Το αιμα μου πηζει σε ενα νεο αστραφτερο περιβλημα, που το ευλογω με λεξεις μυστικες κατω απο τ’αστρα με καθε γλυψιμο, με καθε γενναιο βημα. Ειμαι ολοκληρος. Χερια, ποδια, σωμα, κεφαλι. Και καρδια. Δεν επιπλεω υπτια, τρεχω με φορα ευθεια εξω. Σχιζω τα πιξελ της οθονης, γαντζωνω τα βρωμικα μου νυχια στον πηχτο καπνισμενο αερα  και ερχομαι κατα πανω μου, οχι μαινομενος, μα θριαμβευτης.

Και αυτο που ΠΙΣΤΕΥΩ οτι ειμαι, γινεται αυτο που ΕΙΜΑΙ.

Ενας παραξενος, φαντασιοπληκτος ταξιδευτης.

(συνεχιζεται)
Advertisements