4. αλεπου

3451512910_7fe20335c6_o

(συνεχεια απο νυχτα πρωτη)

Σημερα εφτασε στα χερια μου μια αλλοκοτη επιστολη. Τη μεταφερω χωρις πολλα πολλα.

Κυρία Αλεπού,

έχοντας βαθειά επίγνωση της κατάστασης στην οποία περιήλθατε, να νιώσετε δηλαδή όμορφα με αφορμή τις εμμονές μου περί κυνηγιού, σας ομολογώ τα εξής:

Σας ευχαριστώ για το λίγο σας, για ‘μένα υπήρξε πολύ,  σας συγχωρώ για την ψευδαίσθηση της ειλικρίνειά σας, παρόλο που πλήγωσε τα συναισθήματά μου, και ήρεμος πια βυθίζομαι στην απεραντοσύνη της άρνησής σας .

Εσείς θα πράξετε αυτό που ξέρετε καλύτερα στις ομολογούμενες συμβάσεις σας κι εγώ -αλίμονο- θα αισθανθώ αυτό που ξέρω καλύτερα στις παρανοϊκές αλήθειες μου. Πώς θα μπορούσαμε εμείς οι δυο να λειτουργήσουμε διαφορετικά;

Ειλικρινώς δικός σας

Βυθισμένος Πια Πρίγκηπας

(συνεχιζεται)

3. νυχτα πρωτη

33_15_10-fire-flame-texture_web

(συνεχεια απο κυνηγι)

Το Ενα Ογδοο, το συνηθως δαιμονισμενο αλογο μου, ηταν αλλοκοτα ηρεμο αυτο το βραδυ. Μουρμουριζε τραγουδια για τον παραδεισο του, για ακριβους λαιμους κι αλλα ακατανοητα σε μενα. Χαιδεψα ηρεμα τη μουσουδα του και καπως αναθερεψε. Το καθησυχασα, λιγο βιαστικα οφειλω να πω, και ανταλαξαμε υποσχεσεις για την αυριανη μερα. Η Λαιλαπα κι αυτη, βαριεστημενη καπως, κουλουριαστηκε στα ποδια μου κουρασμενη απο τα παιχνιδια της και τα περα δωθε της στη μερα. Την ηρεμησα καθως συντονιζα την ανασα μου με τη δικη της. Καθε εμμονη εξαφανιστηκε κι εμεινε μονο μια θολη σκεψη, ασαφης κι ονειρικη.

Αραξα κι εγω μπροστα στην παγερη φλογα του υπολογιστη μου. Ανακατεψα τα πληκτρα και εμεινα να χαζευω και να μαντευω εικονες απο αλλους κοσμους. Η νυχτα ζεστη, μα ο ουρανος της γεματος αερινους θυσανους. Τ’αστρα σιωπηλα ή τουλαχιστον δεν μπορουσα να ακουσω τα λογια τους μεσα απ’ολα αυτα τα συννεφιασμενα πεπλα.

Αλλα μεσα στη σιωπη ηρθαν τα λογια της αλεπους, ανακατεμενα με το αερακι. Ή ετσι νομισα. Κι η κουβεντα μας πηγε καπως ετσι:

– Τι ειναι το Ενα Ογδοο;

– Το αλογο μου. Ετσι το φωναζω. Ενας πριγκηπας χρειαζεται κι ενα αλογο, δεν νομιζεις;

– Οι πριγκηπες εχουν και πυργο.. Ή κι εναν ολοκληρο πλανητη καποιες φορες. Εσυ εχεις πλανητη;

– Οχι, δεν εχω ουτε πλανητη, ουτε πυργο. Το σπιτι μου ειναι μια γραμμη σε ενα σημειο του κορμιου. Αυτο ψαχνω κι εκει θελω να φτασω. Προς το παρον εχω ενα σκυλο κι ενα αλογο.

– Τι χρωμα ειναι το αλογο σου;

– Μαυρο.

– Οι πριγκηπες εχουν συνηθως ασπρα αλογα.

– Οι συνηθισμενοι πριγκηπες. Μα εγω ειμαι ξεπεσμενος και χαμενος.

– Νομιζεις πως εισαι. Για ‘μενα δεν εισαι.

– Εσυ δειχνεις τους καλους σου τροπους, Αλεπου. Γιατι εισαι φιλοξενουμενη στη σκεψη μου.

– Η’ μηπως εσυ εισαι εισαι επισκεπτης του δικου μου δασους;

– Δεν εχω βρει ακομα το δασος σου, Αλεπου. Εισαι πολυ πονηρη για να αφησεις κατι τετοιο να συμβει τοσο ευκολα. Κι εγω ειμαι ξεπεσμενος πριγκηπας, οποτε οταν το βρω, δεν θα χρειαστει να δειχνω τους καλους μου τροπους. Μη ξεχνας πως σε κυνηγαω..

– Εχουμε πολεμο λοιπον..

– Ή ερωτα. Οπως και να ‘χει ολα επιτρεπονται.

– Στον πολεμο χρειαζεται πολυ καλη αμυνα για να κερδισεις κι η πονηρια μου ειναι αμυνα.

– Κι η δικη μου επιθεση..

– Ναι, αλλα οποιος ξεκιναει την επιθεση συνηθως χανει τον πολεμο.

– Ευτυχως δεν ειμαι συνηθισμενος πριγκηπας. Αλλιως θα ‘χα χασει ηδη.

Η Αλεπου γελασε κι απομακρυνθηκε.  Το γελιο της αναδευσε τα ονειρα μου. Ειχα αποκοιμηθει. ‘Αυριο’ προλαβα να σκεφτω..

(συνεχιζεται)

2. κυνηγι

1234684577445_7494054925215215

(συνεχεια απο παραμυθια)

Η εαρινη ισημερια σηματοδοτησε την αρχη του κυνηγιου μου. Φροντιζω παντα οι κοσμικες συνθηκες να μου δινουν ενα φαινομενικο -τουλαχιστον- πλεονεκτημα. Ασπρα τετραγωνα λουσμενα στο φως για να συλλογιζομαι και μαυρα τετραγωνα πηχτα σε νυχτα για να εξαπολυω τις σκοτεινες μου δυναμεις.  Θα σκεφτω την αναλογια στο δρομο.

Θα χρειαστω το Ενα Ογδοο, το ατιθασο μου αλογο, που ποτε δεν χανει ευκαιρια να με ταξιδευει σε παραξενα κυνηγια. Το αλογο μου ειναι  ιδιαιτερο. Αρεσκεται να πιστευει οτι καποιος μακρινος -μονοκερος ισχυριζεται- προγονος του το φορτωσε μαγικα γονιδια. Δε χορταινει να μου διηγειται τις περιπετειες του, τοτε, πριν με συναντησει. Δε χορταινω να το ακουω. Οδηγω το Ενα Ογδοο με ματια κλειστα, γραπομενος απο τη μαυρη του χαιτη, μα στην πραγματικοτητα  το Ενα Ογδοο ειναι που με οδηγει. Καμια φορα, αστειευομενος, κανω πως δεν το παραδεχομαι, αλλα και οι δυο μας ξερουμε την αληθεια.

Μαζι μου θα ερθει και η Λαιλαψ, το πιστο μου κυνηγοσκυλο. Η Λαιλαπα ειναι το πιο γρηγορο σκυλι του ουρανου και τις ανοιξιατικες νυχτες  παιζει με τον Ωριωνα στα σκοταδια του συμπαντος. Τη χρειαζομαι, γιατι ο μυθος της λεει, πως δεν της ξεφευγει ποτε κανενα θηραμα. Αλλα αυτη ειναι μια ιστορια που θα διηγηθω μια αλλη φορα… Η Λαιλαπα ειναι τοση επιμονη και εμμονη οσο οι σκεψεις μου. Την οδηγουν οι εμμονες μου.

Το θηραμα μου ειναι ενα μυθικο πλασμα. Η αλεπου του Μικρου Πριγκηπα. Το ξανθωπο της τριχωμα ασκησε μια ανισορροπη γοητεια πανω μου χτες βραδυ. Προκαλεσε το νου μου με τις πονηραδες της και παιχνιδισε με τις σαρκικες εμμονες μου. Σαν να με ξυπνησε απο τη ναρκη του χειμωνα, κυκλογυρισε στα ποδια μου, με αγγιξε με την αισθησιακη ουρα της. Με πλησιασε κι εφυγε και με πλησιασε ξανα. Παιζει μαζι μου! Το νιωθω και το ξερω. Χτυπησε την ερωτικη χορδη στο χερι μου κι απομακρυνθηκε γελωντας.

-Τι θες; Τη γουνα μου να τη στρωσεις μπροστα στο τζακι;

-Εσενα θελωωωω! Κι ελπιζω να μην ειναι αυτος ο μονος    τροπος για να σε ‘χω.

Το παιχνιδι στηθηκε. Εξαπολυομαι. Θηρευτες. Θηραματα. Θυτες. Θυματα. Εναλλασομενα ρευματα…

(συνεχιζεται)