alco-hole

Μια γουλια. Μεθαω με αποσταγματα φθινοπωρινης βροχης, πανω σε πευκοβελονες, εκει που οργωσαν ελαφια και τρυγισαν τριζονια. Ναι ακομα.

Δυο γουλιες. Ζαλιζομαι καθως ελισσομαι, παναλαφρος, ολοιδιος καπνος, βλαβερος και ιαματικος συναμα, να συναντησω συννεφα χρωματισμενα απο φωτα.

Ενα ποτο. Αντανακλομαι σε πατωματα με ασπρα και μαυρα τετραγωνα, ενας ιπποτης λευκος με μαυρο αλογο που απειλει με ματ και -κριμα- θυσιαζεται για μια μαυρη βασιλισσα.

Δυο ποτα. Γελαω, λες κι η Μεγαλη Εκρηξη συνεβη τωρα δα και λαμπει σε ολα μου τα δοντια.

Τρια ποτα. Συγκρουομαι σαν κρυσταλλινο ποτηρι σε γιορτη, ψηλα κι ο κοσμος ολος θρυψαλα.

Τεσσερα ποτα. Σιωπη. Η βροχη μουσκεψε τα χορτα, οι καπνοι ενωθηκαν με τα συννεφα, οι λευκοι (ιπ)ποτες πεθαναν, οι εκρηξεις ‘γιναν αστρα, ο κοσμος ακομα θρυψαλα.

Τα κλειδια ενος ανεμου στην τσεπη μου κι αφου δεν εισαι εκει, δεν υπαρχει κανεις που να με γνωριζει.

Δεν υπαρχω κι εγω εκει.

Που να με βρεις σ’ενα κοσμο θρυμματισμενο και πως να σου μοιασω ομορφος  γεματος πληγες;

Πεντε ποτα λοιπον. Και οι γραμμες σ’αυτο το παζλ πληρωθηκαν.

Κι εκεινο το κομματι, το κενο, στην πανω αριστερη μερια δε μοιαζει τοσο τρομαχτικο. Πια.

Advertisements