7. νύχτα έβδομη του έβδομου μήνα

(συνέχεια από λαίλαπα)

Σήμερα θα βρέξει‘, είπε το Ένα Όγδοο αποφασιστικά.

Τι σε κάνει τόσο σίγουρο;‘, ρώτησα και χάιδεψα ήρεμα τη μαύρη του χαίτη.

Βαδίζαμε νωχελικά πλάι πλάι, απολαμβάνοντας την ησυχία του λυκόφωτος, μέχρι να προβάλει, στ’ανατολικά μας, το Θερινο Τριγωνο,  με τα αστέρια  Βέγγα, Αλτάιρ και  Ντενέμπ να σχηματίζουν ένα σχεδόν τέλειο ισόπλευρο τρίγωνο στον νυχτερινό καλοκαιρινό ουρανό.

‘Άκου‘, χλιμίντρισε και ξεκίνησε ένα όμορφο τραγούδι:

Μια όμορφη νύχτα σαν αυτή, δόθηκε άδεια στην Πριγκίπισσα Υφάντρα, κόρη των Θεών τ’ Ουρανού, να αφήσει το πλέξιμο των νεφελωμάτων και να επισκεφτεί τη γη. Άλλωστε, άξιζε αυτό το ταξίδι, μιας και ήταν η πιο άξια στο να υφαίνει τα πιο όμορφα ουράνια πέπλα. Ενθουσιασμένη από τη σύντομη ελευθερία της πέταξε γοργά προς τη γη και αποφάσισε να λουστεί γυμνή στα νερά μια ήσυχης λίμνης. Τόσο γοητευμένη, όμως, ήταν από τα ζεστά νερά της λίμνης, που δεν πρόσεξε ότι εκεί πολύ κοντά της, μα καλά κρυμμένος, ήταν ένας Βοσκός, που θαμπωμένος από την αιθέρια γύμνια της, αποφάσισε να κρύψει τα ξεντυμένα  της φορέματα και να την αγαπήσει για πάντα.

Κι έτσι έγινε, γιατί ο Βοσκός ήταν ένας υπέροχος θνητός, ξεχειλισμένος από αγάπη κι ερώτα. Ένα αιφνίδιο βλέμμα ανάμεσα στη κόρη των Θεών και τον Άνθρωπο θνητό ήταν αρκετό για να αγαπηθούν για πάντα.  Πλησίασαν,  ενώθηκαν κι ερωτεύτηκαν τόσο δυνατά που σταμάτησαν όλα τα υπόλοιπα να έχουν την παραμικρή σημασία.

Μα ο χρόνος της Υφάντρας στη γη τελείωσε, χωρίς να επιστρέψει στα παλάτια του ουρανού. Και δεν επέστρεψε ούτε την άλλη μέρα, ούτε την επομένη, ούτε την επομένη της επόμενης.  Έμενε ερωτευμένη και αγαπημένη στην αγκαλιά του Βοσκού, που έμενε αγαπημένος και ερωτευμένος στη αγκαλιά της Υφάντρας.

Πίσω στον ουρανό, αλίμονο, χάθηκαν για τρεις  μέρες και τρεις νύχτες ολόκληρες, τα όμορφα, πολύχρωμα σύννεφα,  γιατί η Υφάντρα τους σταμάτησε να υφαίνει κι έμενε σφιχταγκαλιασμένη με το Βοσκό στη γη. Και η Θεά του Ουρανού θύμωσε πολύ. Ξεκόλλησε με την οργή της το ερωτευμένο ζευγάρι, τράβηξε με το στανιό την Υφαντά στον ουρανό κι άφησε απαρηγόρητο στη γη το Βοσκό.

Η αγάπη του Βοσκού όμως, ήταν τόσο δυνατή που του δώσε φτερά να πετάξει, ο έρωτας του τόσο τρανός που του δώσε τη δύναμη να τα βάλει με τους Θεούς. Πέταξε προς τα Ουράνια Παλάτια, οπλισμένος με αγάπη κι ερώτα, να κερδίσει πίσω την Υφαντά.  Τόσο μεγάλη ήταν η επιθυμία του να την αγκαλιάσει  ξανά που δεν φοβήθηκε τίποτα. Τόσο μεγάλος ο καημός του να την κάνει δική του για πάντα, που ξεπέρασε κάθε δυσκολία στον αέρινο δρόμο του και την έφτασε.  Σχεδον

Και τότε η  Ουράνια Βασίλισσα, ελάχιστες στιγμές πριν ο Βοσκός προφτάσει την Υφαντά, πέταξε ανάμεσα τους το λευκό μαντήλι που τύλιγε το λαιμό της κι όρμησε μεταξύ  τους ένα λευκό, γαλακτερό ποτάμι, τεράστιο κι αξεπέραστο από οποιονδήποτε, είτε θεό, είτε θνητό. Κι ο Βοσκός που το όνομα του ήταν Αλτάιρ, έμεινε χωριά για πάντα από την Υφαντά, που το όνομα της ήταν Βέγγα. Κι ένας ολόκληρος, αξεπέραστος, πεταμένος Γαλαξίας δημιουργήθηκε να κυλά ανάμεσα τους.

Μα μια φορά το χρόνο, όλοι οι Κύκνοι του κόσμου λυπούνται το ερωτευμένο ζευγάρι και πετούν στους ουρανούς και φκιάνουν με τα πουπουλένια τους φτερά μια γέφυρα στο ποτάμι του Γαλαξία που επιτρέπει στον Αλτάιρ και τη Βέγγα να πλησιάσουν κοντά. Να σμίξουν πάλι κι να ερωτευτούν ξανά  και τα δάκρυα της χαράς τους να πέσουν σαν βροχή στη γη για μια ολόκληρη νύχτα.

Την εβδόμη νύχτα του έβδομου μηνά.

Κοίταξα προς τον ουρανό. Ο Ντενέμπ, το πιο λαμπρό αστέρι στον αστερισμό του Κύκνου, πρόβαλε ανάμεσα στα χιλιάδες αστέρια του Γαλαξία, μα δεν πρόλαβα να δω το πλησίασμα του Αλτάιρ και του Βέγγα, γιατί νεφελώδη πέπλα κάλυψαν τον ουρανό και άρχισε να βρέχει.

 

(συνεχίζεται)

6. λαιλαπα

q

(συνεχεια απο νυχτα δευτερη)

Αυτο το βραδυ η Λαιλαπα ηρθε και τριφτηκε στο ποδι μου τοσο παιχνιδιαρικα που δεν αντεξα, παρασυρθηκα απο το αγγιγμα της, παρατησα τα αγχη μου και ετρεξα να κυλιστω μαζι της στο νυχτερινο ουρανο.

Η Λαιλαπα ειναι ο κοκκινος σκυλος μου, ο πιο παλιος μου φιλος και ο απαραιτητος μου συντροφος  στο κυνηγι.  Τη γεννησαν πεντε εξι αστερια πολυ, πολυ παλια, οταν ακομα υπηρχαν θεοι και για αυτο εχει ενα μοναδικο χαρισμα. Η Λαιλαπα παντα πιανει το θηραμα που καταδιωκει.

Ο μυθος της λεει οτι σηματοδοτει τον καυσωνα του καλοκαιριου και ειναι τρελη, γιατι μονο τετοια λαγωνικα  τρελα κυκλοφορουν τις νυχτες των κυνικων καυματων. Κατι νυχτες σαν αυτες, τωρα, αποψε.

Ο σκυλος μου, η Λαιλαπα, τρεφεται με ολες τις εμμονες μου. Το κοκκινο, τα αιματα, τα κορμια, τη θερμη, τα φιλια.. Ειναι το αιμα που σφυζει στους κροταφους μου, το αιμα που τρεχει γοργα και πλυμμηριζει  τον εγκεφαλο μου καθε φορα που σε φερνω το νου μου.

Ειναι η  βελονα που βαραει κοκκινο καθε που σε πλησιαζω, η τρελα και η παρορμηση καθε που τολμω να σε σκεφτω. Ο ενθουσιασμος μου και η αναγκη μου να σε κατακτησω, η σιγουρια μου οτι μια μερα θα σε πιασω. Γιατι η Λαιλαπα παντα πιανει το θηραμα της και παντα τρεφεται απο τις εμμονες μου.

Κι αν δεν εχω αλεπουδες να κυνηγαω πια, κι αν εχω χασει τον προορισμο μου σε εκεινη τη γραμμη του κορμιου σου, κι αν εχω μπερδευτει και μπλεχτει σε αλλα, σε νεα και σε ιδια, η Λαιλαπα ειναι εκει, να παιχνιδιζει μαζι μου, με την τρελα μου και την παρανοια μου, το παθος και την επιμονη μου. Ειναι η επιμονη μου η ιδια, ο πιστος μου συντροφος στο κυνηγι.

Και τις νυχτες του καλοκαιριου, τις νυχτες τις ζεστες, σαν αυτη, δεν με αφηνει σε ησυχια. Εκπνεει βιαστικα, λαχανιαζοντας, τη θερμοτητα του κορμιου μου, οσφραινεται ανυπομονα το μεθυστικο σου αρωμα. Με σπρωχνει και με τραβα προς εσενα.

Κι εγω;

Κι εγω ερχομαι να σε πιασω..

(συνεχιζεται)

συν απειρο

ceb1

Προσπαθω να θυμηθω αν ποτε πηγαινα σχολειο.. δημοτικο ας πουμε.. τι αισθανομουν τοτε αραγε? ηξερα ολα αυτα που θα ερχοταν, ειχα την παραμικρη υποψια οτι κατι τετοιο θα συνεβενε?

επινα ολο μου το γαλα, για να μεγαλωσω, πραγμα που τελικα ποτε δεν εγινε και θυμαμαι να κοιταω τον ουρανο τις νυχτες, αλλα να μη μετραω αστερια για να μη βγαλω διαφορα φριχτα δερματικα πραγματα που ελεγε η γιαγια μου.. ακομα ημουν μικρος για να μαλακιζομαι με αλλα πιο ενδιαφεροντα, οποτε ακομα δεν με ειχε τρομοκρατησει κανεις οτι θα τυφλωθω…

ευτυχως δεν μετρουσα αστρα τοτε.. αντε να εφτανα το πολυ μεχρι το εκατο και δεν θα ειχα συνηδειτοποιησει, σε καμια περιπτωση, την απεραντοσυνη τους ουτε θα ειχα καταλαβει την εννοια του απειρου.. οπως την ειχα νιωσει πολυ αργοτερα, οταν προσπαθησα να κλεισω την αγαπη στην αγκαλια μου.. πως? πως να την κλεισω? πως να κλεισω μια θαλασσα στην αγκαλια μου? θα ξεχειλησει, θα κυλησει προς ενα απειρο που ουτε καν θα μπορουσα να φανταστω την απεραντοσυνη του.. ευτυχως ημουν μικρος για τετοια…

τωρα μεγαλωσα, πινω ακομα γαλα (μπας και ματαια μεγαλωσω λιγο ακομα), μετραω τα αστρα με θαρρος κι ακομα ξερω και πολλες απο τις ιστοριες τους (αν βρεθεις μια νυχτα του αυγουστου διπλα μου θα σου πω πολλες) και σιγουρα μπορω να νιωσω κατι απο την απεραντοσυνη τους.. αλλα την αγαπη δεν μπορω ακομα να την κλεισω στην αγκαλια μου.. μα ξερω πως πια δε χρειαζεται.. μονο να ξεχειλησω, χρειαζεται ,και να παρασυρθω μαζι της σε ενα απειρο που ουτε καν τολμω να φανταστω την απεραντοσυνη του..

ενα φυλο δεντρου σε ενα ορμητικο ποταμι προς τη θαλασσα.. εσυ?