11. άινω

(συνεχεια απο εφιαλτη)

Το Ενα Ογδοο καλπασε ελαφρως πιο γρηγορα, για να με προφτασει, ετσι οπως βαδιζα γρηγορα προς το πουθενα.

Ει φιλε!‘, μου χλιμιντρισε και το βημα μου εγινε αργο, σαν να συνερχομουν καπως απο την ανεξηγητη βιαση μου, ‘Να σου πω ενα παραμυθι αγαπης, μπας και μου δωσεις λιγη σημασια; Ολοι τρελαινονται για παραμυθια με αγαπες‘.

Ναι, ολοι επειδη δεν εχουν το δικο τους‘,  απαντησα, αλλα δεν μπορεσα να κρυψω ενα αισθημα περιεργιας και ανυπομονησιας. Του Ενα Ογδοου δεν του ξεφευγουν κατι τετοια.

Η επειδη τα δικα τους δεν ειναι οπως θα θελανε’,  και αρχισε να τραγουδα:

‘Τοτε που βρεθηκα στους τροπικους των παραμυθιων, εκει που καταληγουν ολοι οι πληγωμενοι ηρωες και ολες οι λυπημενες  πρωταγωνιστριες οταν η ιστορια τους τελειωνει, συναντησα την Άινω. Καθοταν γυμνη στην ακροθαλασσια, ενα ησυχο βραδυ, φυσικα με φεγγαρι, αναμεσα σε πλατινενιες αμμουδιες και σκοτεινα νερα. Καπνιζε ενα τσιγαρο, διαγραφωντας ενα υπεροχο τοξο απο τα κατακοκκινα της χειλη μεχρι  το γονατο και παλι πισω στα κατακοκκινα της χειλη. Κοιτουσε μπροστα, στα ποδια της ,και κατι την ενοχλουσε στο στηθος, αριστερα στο μερος της καρδιας. Απο καπου στο βαθος ακουγοτανενα τραγουδι για γευσεις και σχεσεις.

Πλησιασα ατσαλα βουλιαζοντας στην αμμο. Δεν τρομαξε. Ευτυχως. Συνεχισε να κοιταει τα ποδια της και να διαγραφει τοξα. Μετα μου μιλησε.

-Ποναει η καρδια μου και μισω αυτα τα αναθεματισμενα ποδια. Μπορεις να το σταματησεις;

-Οι πονοι της καρδιας ειναι αθεραπευτοι. Μενουν παντα εκει να σου θυμιζουν, να μην ξεχνας, τα ομορφα και τα ασχημα που καποτε ενιωσες. Να σε κανουν να πονας σε καθε χτυπο, να σε κανουν ανθρωπινη. Γιατι αν εισαι ικανη να πονας, εισαι ικανη και ν’ αγαπας.

-Ειμαι ενα παιδι που δεν εχει σχεση. Πιστεψα οτι θα τα καταφερνα. Θυσιασα τη ζωη μου, ανταλλαξα την ομορφη ουρα μου για αυτα εδω τα ποδια και στο τελος τι κερδισα? Αγαπησα, μα ειμαι μονη. Αγαπησα μα δεν κρατησε τιποτα για παντα.. Και οι πληγες στην καρδια μου δεν κλεινουν. Ποναω. Μπορεις να το σταματησεις;

-Οχι δεν μπορω να το σταματησω. Αλλα ξερω οτι οσο εχεις αυτα τα δυο ποδια και μπορεις να ταξιδευεις κι οσο η καρδια  σου χτυπα και μπορεις ν’αγαπας,  αυτος ο κοσμος δεν  εχει τελος.

Με κοιταξε σαν να συνερχοταν απο τη δινη των σκεψεων της, εσβησε το τσιγαρο στην αμμουδια ξεφυσωντας κατι θολους καπνους κι ηρθε προς το μερος μου χορευοντας.

[…]’

Πολυ γρηγορα την επεισες‘,  γελασα με νοημα.

Ειναι μερικα πραγματα μεταξυ των μυθικων πλασματων που καλυτερα να μενουν κρυφα‘, ειπε το Ενα Ογδοο και με φορτωσε παιχνιδιαρικα στην πλατη του, για να φυγουμε με φορα προς το Πουθενα.

(συνεχιζεται)

7. νύχτα έβδομη του έβδομου μήνα

(συνέχεια από λαίλαπα)

Σήμερα θα βρέξει‘, είπε το Ένα Όγδοο αποφασιστικά.

Τι σε κάνει τόσο σίγουρο;‘, ρώτησα και χάιδεψα ήρεμα τη μαύρη του χαίτη.

Βαδίζαμε νωχελικά πλάι πλάι, απολαμβάνοντας την ησυχία του λυκόφωτος, μέχρι να προβάλει, στ’ανατολικά μας, το Θερινο Τριγωνο,  με τα αστέρια  Βέγγα, Αλτάιρ και  Ντενέμπ να σχηματίζουν ένα σχεδόν τέλειο ισόπλευρο τρίγωνο στον νυχτερινό καλοκαιρινό ουρανό.

‘Άκου‘, χλιμίντρισε και ξεκίνησε ένα όμορφο τραγούδι:

Μια όμορφη νύχτα σαν αυτή, δόθηκε άδεια στην Πριγκίπισσα Υφάντρα, κόρη των Θεών τ’ Ουρανού, να αφήσει το πλέξιμο των νεφελωμάτων και να επισκεφτεί τη γη. Άλλωστε, άξιζε αυτό το ταξίδι, μιας και ήταν η πιο άξια στο να υφαίνει τα πιο όμορφα ουράνια πέπλα. Ενθουσιασμένη από τη σύντομη ελευθερία της πέταξε γοργά προς τη γη και αποφάσισε να λουστεί γυμνή στα νερά μια ήσυχης λίμνης. Τόσο γοητευμένη, όμως, ήταν από τα ζεστά νερά της λίμνης, που δεν πρόσεξε ότι εκεί πολύ κοντά της, μα καλά κρυμμένος, ήταν ένας Βοσκός, που θαμπωμένος από την αιθέρια γύμνια της, αποφάσισε να κρύψει τα ξεντυμένα  της φορέματα και να την αγαπήσει για πάντα.

Κι έτσι έγινε, γιατί ο Βοσκός ήταν ένας υπέροχος θνητός, ξεχειλισμένος από αγάπη κι ερώτα. Ένα αιφνίδιο βλέμμα ανάμεσα στη κόρη των Θεών και τον Άνθρωπο θνητό ήταν αρκετό για να αγαπηθούν για πάντα.  Πλησίασαν,  ενώθηκαν κι ερωτεύτηκαν τόσο δυνατά που σταμάτησαν όλα τα υπόλοιπα να έχουν την παραμικρή σημασία.

Μα ο χρόνος της Υφάντρας στη γη τελείωσε, χωρίς να επιστρέψει στα παλάτια του ουρανού. Και δεν επέστρεψε ούτε την άλλη μέρα, ούτε την επομένη, ούτε την επομένη της επόμενης.  Έμενε ερωτευμένη και αγαπημένη στην αγκαλιά του Βοσκού, που έμενε αγαπημένος και ερωτευμένος στη αγκαλιά της Υφάντρας.

Πίσω στον ουρανό, αλίμονο, χάθηκαν για τρεις  μέρες και τρεις νύχτες ολόκληρες, τα όμορφα, πολύχρωμα σύννεφα,  γιατί η Υφάντρα τους σταμάτησε να υφαίνει κι έμενε σφιχταγκαλιασμένη με το Βοσκό στη γη. Και η Θεά του Ουρανού θύμωσε πολύ. Ξεκόλλησε με την οργή της το ερωτευμένο ζευγάρι, τράβηξε με το στανιό την Υφαντά στον ουρανό κι άφησε απαρηγόρητο στη γη το Βοσκό.

Η αγάπη του Βοσκού όμως, ήταν τόσο δυνατή που του δώσε φτερά να πετάξει, ο έρωτας του τόσο τρανός που του δώσε τη δύναμη να τα βάλει με τους Θεούς. Πέταξε προς τα Ουράνια Παλάτια, οπλισμένος με αγάπη κι ερώτα, να κερδίσει πίσω την Υφαντά.  Τόσο μεγάλη ήταν η επιθυμία του να την αγκαλιάσει  ξανά που δεν φοβήθηκε τίποτα. Τόσο μεγάλος ο καημός του να την κάνει δική του για πάντα, που ξεπέρασε κάθε δυσκολία στον αέρινο δρόμο του και την έφτασε.  Σχεδον

Και τότε η  Ουράνια Βασίλισσα, ελάχιστες στιγμές πριν ο Βοσκός προφτάσει την Υφαντά, πέταξε ανάμεσα τους το λευκό μαντήλι που τύλιγε το λαιμό της κι όρμησε μεταξύ  τους ένα λευκό, γαλακτερό ποτάμι, τεράστιο κι αξεπέραστο από οποιονδήποτε, είτε θεό, είτε θνητό. Κι ο Βοσκός που το όνομα του ήταν Αλτάιρ, έμεινε χωριά για πάντα από την Υφαντά, που το όνομα της ήταν Βέγγα. Κι ένας ολόκληρος, αξεπέραστος, πεταμένος Γαλαξίας δημιουργήθηκε να κυλά ανάμεσα τους.

Μα μια φορά το χρόνο, όλοι οι Κύκνοι του κόσμου λυπούνται το ερωτευμένο ζευγάρι και πετούν στους ουρανούς και φκιάνουν με τα πουπουλένια τους φτερά μια γέφυρα στο ποτάμι του Γαλαξία που επιτρέπει στον Αλτάιρ και τη Βέγγα να πλησιάσουν κοντά. Να σμίξουν πάλι κι να ερωτευτούν ξανά  και τα δάκρυα της χαράς τους να πέσουν σαν βροχή στη γη για μια ολόκληρη νύχτα.

Την εβδόμη νύχτα του έβδομου μηνά.

Κοίταξα προς τον ουρανό. Ο Ντενέμπ, το πιο λαμπρό αστέρι στον αστερισμό του Κύκνου, πρόβαλε ανάμεσα στα χιλιάδες αστέρια του Γαλαξία, μα δεν πρόλαβα να δω το πλησίασμα του Αλτάιρ και του Βέγγα, γιατί νεφελώδη πέπλα κάλυψαν τον ουρανό και άρχισε να βρέχει.

 

(συνεχίζεται)