
Εκλεινες την πορτα προσεχτικα, με γυρισμενη τη πλατη, τα φωτα ηδη χαμηλα, κατι αχνα κερια ή το φως της νυχτας να πασχιζει να διαπερασει τα παραθυρο. Αφηνες τα ρουχα σου να χυθουν σε μια γωνια και εδιωχνες τα μαλλια σου απο το μετωπο, προς τα δεξια νομιζω. Ερχοσουν κατα πανω μου και το μονο που μπορουσα να κανω ειναι να χαμογελαω. Εφτανες τοσο κοντα και ημουν τοσο κοντα σου που δεν βλεπομασταν, μονο ανασες και μυρωδιες ερωτα διακριναμε. Ταξιδευαμε ο ενας πανω στον αλλον, οδοιπορουσαμε σε καθε καμπυλη κι εσοχη, τρεχαμε σε σαρκινα λιβαδια και αιματινες σπηλιες. Βουτιες σε καυτες θαλασσες, να αναπνευουμε τις ιδιες αναθυμιασεις της κολασης. Μετα τρεμουλο και μετα τιποτα. Εκεινη η στιγμη της πιο βαθιας μοναξιας, που μονο με ματια κλειστα μπορουσαμε να υποφερουμε, ο καθενας στη δικη του φλεγομενη μη υπαρξη. Και γεννιομασταν ξανα μεσα σε λιμνες με υγρα, αναμεσα σε ανακατεμενα σεντονια, αναμεσα στη νυχτα.
Τωρα θυμαμαι καθαρα. Ειχες απλωμενο το κορμι σου ατακτα με το δεξι σου ποδι ελαφρα σηκωμενο στο γονατο και το χερι σου να μπερδευεται στα μαλλια σου που ειχαν πεσει παλι στο μετωτο απ’τα δεξια κι αυτα νομιζω. Ειχες τα ματια κλειστα, μα θα ορκιζομουν απο το χαμογελο που σκαλωνε στο προσωπο σου οτι με φανταζοσουν. Με χαιδευες με το ελευθερο σου χερι στο πισω μερος του λαιμου γιατι εχω πεσει με τα μουτρα στο στηθος σου να συγχρονιζω την ανασα μου με τα χτυπηματα της καρδιας σου. τακ, τακ να στελνει αιμα στις δικες μου φλεβες ησυχα και ευγενικα. Αδιακοπα.
Ολα τα πραγματα ειναι εκει. Τα θυμαμαι τοποθετημενα στην ακριβη τους θεση με τα χρωματα τους. Θυμαμαι τις σκιες στο δωματιο, ολες τις πτυχες του σεντονιου και ολες τις ανασηκωμενες μας τριχες. Μια φωτογραφια μεσα στο μυαλο μου, ενας πινακας που εχω σχεδιασει με την παραμικρη λεπτομερεια.
Τα ιδια χρωματα παντα, οι ιδιες σκιες και οι ιδιες θεσεις. Το ιδιο χαμογελο παντα σχεδιασμενο στο προσωπο σου, τα ιδια παιχνιδιαρικα κλειστα ματια, τα ιδια αγγιγματα και οι ιδιες ανασηκωμενες τριχες.
Και καμια φορα εκει που παρατηρω την εικονα μας κατι συμβαινει και βυθιζομαι μεσα της. Δεν ειμαι πια παρατηρητης, ειμαι εγω που αραζω συγκλονισμενος πανω σου και νιωθω τοσο αληθινο το αγγιγμα σου να μπερδευει το ταξιδι μου προς τα βαθη της καρδια σου. Και τοτε σ’ακουω να λες:
“Φιλα με. Να χωρεσω ολοκληρος σε εκεινο το φιλι και να χαθω μαζι σου. Σαν να υπηρξαμε μοναχα για να ζησουμε τις νυχτες αυτες.’
Και μεσα στις νυχτες αυτες, ναι, υπαρχουμε.